Του Ρούσσου Βρανά από τα ΝΕΑ
Ένα νέο…
…μουσείο άνοιξε τις πύλες του την περασμένη εβδομάδα στην Ουάσιγκτον. Είναι το Μουσείο του Τύπου. Ένα πελώριο ορθογώνιο από γυαλί και μέταλλο, που ο αρχιτέκτονάς του το θέλησε διάφανο (όπως η αλήθεια). Θα φτάσουμε άραγε σε μια εποχή που θα βρίσκουμε περισσότερες εφημερίδες στα μουσεία παρά στα περίπτερα;
Η εφημερίδα…
… «Λε Μοντ» αποφάσισε να καταργήσει το ένα τέταρτο των δημοσιογράφων της. Πώς να γραφτεί μια εφημερίδα που κόβει τα ίδια της τα χέρια; Πώς να ανακόψει τον οικονομικό της κατήφορο ύστερα από αυτό; Και πώς να αποφύγει την έκπτωση στην ποιότητά της με λειψό προσωπικό; Όμως, το χειρότερο από όλα είναι πως δεν πρόκειται για μια περίπτωση μεμονωμένη. Πρώτα ήταν η «Λιμπερασιόν». Τώρα πήρε στα χέρια της το τσεκούρι και η διεύθυνση της «Φιγκαρό» και πετσοκόβει τους δημοσιογράφους της. Την ίδια ώρα, στην Αμερική, οι δημοσιογράφοι δεκάδων εφημερίδων πέφτουν θύματα ενός πρωτοφανούς κύματος απολύσεων.
Η «Λε Μοντ»…
… είναι σε κακά χάλια, αλλά πόσο θα γίνει καλύτερη αν εφαρμοστεί το «σχέδιο σωτηρίας» που έχει προτείνει η διεύθυνσή της; Τι θα απομείνει αν πράγματι απολυθούν οι 90 από τους 340 δημοσιογράφους της, αν κλείσουν οι νεανικές εκδόσεις της, αν βάλουν λουκέτο τα περιοδικά της (μεταξύ των οποίων το ιστορικό «Cahiers du cinema»); «Αυτή η προαναγγελθείσα αιμορραγία είναι η συνέπεια μιας ανεύθυνης διαχείρισης», καταγγέλλουν τα συνδικάτα, που απειλούν με γενική απεργία στον γαλλικό Τύπο. «Οι εργαζόμενοι πληρώνουν τα λάθη των διευθυντών τους» (που πάντως εξακολουθούν να πληρώνονται πλουσιοπάροχα). Το φαινόμενο της οικονομικής δυσπραγίας των ημερήσιων εφημερίδων δεν είναι μόνο γαλλικό. Στην Αμερική, οι απολύσεις δημοσιογράφων έχουν πάρει διαστάσεις επιδημίας. Την απόλυση 100 δημοσιογράφων ανακοίνωσαν τον περασμένο Φεβρουάριο οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης», ενώ η εταιρεία «Τρίμπιουν», που εκδίδει τους «Τάιμς του Λος Άντζελες», τη «Σικάγο Τρίμπιουν» και την «Μπάλτιμορ Σαν», ανακοίνωσε την απόλυση 400-500 δημοσιογράφων. Το σκεπτικό των εκδοτών είναι απλό: για κάθε αναγνώστη της έντυπης έκδοσης χρειάζεται να επενδύουν ένα δολάριο, ενώ για κάθε αναγνώστη της διαδικτυακής έκδοσης αρκούν 5 σεντς. Έτσι αναζητούν τη δυσεύρετη κερδοφορία στις διαδικτυακές εκδόσεις τους, με λιγότερο προσωπικό και με λιγότερη ενημέρωση. Το τίμημα για να επιβιώσουν οι εφημερίδες θα είναι άραγε η πτώση της ποσότητας και της ποιότητας;
«Το επάγγελμά μας…
… πήρε στραβό δρόμο», είναι ο τίτλος ενός βιβλίου των δημοσιογράφων Φιλίπ Κοέν και Ελιζαμπέτ Λεβί. Εκφράζουν σε αυτό μια «μελαγχολία για τη δημοσιογραφία», ένα επάγγελμα που εφθάρη και διεφθάρη μαζί με την πολιτική τα τελευταία χρόνια. Όμως, χωρίς αυτό, πόσο διάφανη θα ήταν άραγε αυτή η πολιτική; «Το μέλλον του Τύπου, ηλεκτρονικού και μη, εξαρτάται από αυτούς που τον γράφουν: από τους δημοσιογράφους», λένε οι δυο συγγραφείς. «Εξαρτάται όμως και από τον αναγνώστη. Στο χέρι του είναι να αποφασίσει αν θέλει ποιοτική ενημέρωση. Κι αν είναι πρόθυμος να πληρώσει το τίμημα».



April 15th, 2008 at 13:11
κ. Σμαϊλη, εσείς που είστε παλιά καραβάνα, μπορείτε να μου πείτε ποια είναι η γνώμη σας γιαυτό το σχόλιο;
Άντε, να κάνω σεφτέ και στα σχόλια!